καρᾱτομέω


καρᾱτομέω
καρᾱ-τομέω, den Kopf abschneiden, enthaupten

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • καρατομήσει — καρᾱτομήσει , καρατομέω behead aor subj act 3rd sg (epic) καρᾱτομήσει , καρατομέω behead fut ind mid 2nd sg καρᾱτομήσει , καρατομέω behead fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρατομήσω — καρᾱτομήσω , καρατομέω behead aor subj act 1st sg καρᾱτομήσω , καρατομέω behead fut ind act 1st sg καρᾱτομήσω , καρατομέω behead aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρατομεῖ — καρᾱτομεῖ , καρατομέω behead pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) καρᾱτομεῖ , καρατομέω behead pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρατομοῦσιν — καρᾱτομοῦσιν , καρατομέω behead pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric) καρᾱτομοῦσιν , καρατομέω behead pres ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρατομήσαντα — καρᾱτομήσαντα , καρατομέω behead aor part act neut nom/voc/acc pl καρᾱτομήσαντα , καρατομέω behead aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρατομήσεις — καρᾱτομήσεις , καρατομέω behead aor subj act 2nd sg (epic) καρᾱτομήσεις , καρατομέω behead fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαρατομῶν — διακαρᾱτομῶν , διά καρατομέω behead pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρατομεῖν — καρᾱτομεῖν , καρατομέω behead pres inf act (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρατομεῖς — καρᾱτομεῖς , καρατομέω behead pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρατομεῖσθαι — καρᾱτομεῖσθαι , καρατομέω behead pres inf mp (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καρατομεῖται — καρᾱτομεῖται , καρατομέω behead pres ind mp 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.